Θέατρο Χαλκίδας

Ο πρίγκιπας και η χορεύτρια

Δυο είδωλα της εποχής από τον κόσμο του θεάματος συναντιώνται το 1956 σε μια ταινία: Λώρενς Ολίβιε και Μέριλιν Μονρόε

Προβολή Ταινίας

Έτος 1911. Ο Τσαρλς, αλαζόνας γαλαζοαίματος και αντιβασιλέας των Καρπαθίων, μόλις κατέφθασε στο Λονδίνο για την στέψη του νέου βασιλιά της βρετανικής αυτοκρατορίας. Εκεί γνωρίζει την Έλσι, μια απλή κοπέλα από το Μιλγουόκι, που δεν αργεί να τον σαγηνεύσει. Έτσι ο Τσαρλς διατάζει τον διπλωματικό του ακόλουθο να την προσκαλέσει στην πρεσβεία για δείπνο. Μια νύχτα γεμάτη απρόοπτα και απρόσμενη κατάληξη…

Πώς έγινα η Μέριλιν
Η Μισέλ Γουίλιαμς επανεφηύρε την ηθοποιό που είχε εφεύρει τον εαυτό της.
To άρθρο δημοσιεύθηκε στο BHMagazino στις 24 Δεκεμβρίου 2011

Πώς να μην είσαι νευρικός όταν αναλαμβάνεις να υποδυθείς το απόλυτο image γυναίκας του 20ού αιώνα;». Φυσιολογική η απορία της ηθοποιού Μισέλ Γουίλιαμς. Ο ρόλος της Μέριλιν Μονρόε που ανέλαβε να αποδώσει στην ταινία του Σάιμον Κέρτις «Επτά μέρες με τη Μέριλιν» ενδεχομένως να είναι το μεγαλύτερο στοίχημα που η 32χρονη ηθοποιός έχει βάλει στην καριέρα της.

Ωστόσο η ηθοποιός δεν πτοήθηκε από το μέγεθος της πρόκλησης: «Ο μόνος τρόπος να τα βγάλω πέρα ήταν να αδιαφορήσω για το ποια ήταν η Μονρόε και να προσπαθήσω να την αντιμετωπίσω σαν μια φίλη» είπε η ίδια. «Οχι σαν μια διασημότητα, όχι σαν είδωλο. Μόνον έτσι θα μπορούσα να πλησιάσω την ψυχή της, επειδή αυτό τελικά ήταν που με απασχολούσε».

Το «Επτά μέρες με τη Μέριλιν», που προβάλλεται στις αίθουσες από την περασμένη Πέμπτη και είναι υποψήφιο για τρεις Χρυσές Σφαίρες (η Γουίλιαμς είναι υποψήφια στην κατηγορία της καλύτερης γυναικείας ερμηνείας σε κωμωδία ή μιούζικαλ) ρίχνει φως στο μυστηριώδες ιστορικό των γυρισμάτων της ταινίας «Ο πρίγκιπας και η χορεύτρια» που γύρισε ο σερ Λόρενς Ολίβιε το 1956 στην Αγγλία έχοντας επιλέξει τη Μονρόε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της χορεύτριας. Στην ταινία του Κέρτις, ο Κένεθ Μπράνα σε μια θαυμάσια στιγμή υποδύεται τον Ολίβιε, ρόλο για τον οποίο διεκδικεί επίσης τη Χρυσή Σφαίρα (στην κατηγορία της β΄ ανδρικής ερμηνείας).

Σε αυτή την ιστορία όλα πήγαν λάθος από την αρχή. Με την καθηγήτρια υποκριτικής Πόλα Στράσμπεργκ στο πλευρό της να την «κανακεύει» ασυστόλως, η Μονρόε δεν μπόρεσε ποτέ να συγχωνευτεί με την αυστηρή, φλεγματική, άκρως βρετανική ατμόσφαιρα της ταινίας και, κομπλεξαρισμένη από τον σνομπισμό που εισέπραττε καθημερινά, δεν έγινε ποτέ «κομμάτι» της παραγωγής, πράγμα που φάνηκε στο σελιλόιντ. Τελικά, ο «Πρίγκιπας και η χορεύτρια» κατέληξε να θεωρείται η πιο αποτυχημένη ταινία τόσο της Μονρόε όσο και του Ολίβιε, ο οποίος για μια ολόκληρη 15ετία εγκατέλειψε την κινηματογραφική σκηνοθεσία για να επιστρέψει στις αρχές της δεκαετίας του 1970 με την κινηματογραφική βερσιόν των «Τριών αδελφών» του Τσέχοφ.

Ωστόσο, το ιστορικό των γυρισμάτων αυτής της αμήχανης αισθηματικής κομεντί που βασίζεται σε δύο βιβλία του τρίτου βοηθού σκηνοθέτη της, Κόλιν Κλαρκ, έχει πράγματι ενδιαφέρον. Ανάμεσα στον Κλαρκ που τότε πρωτοξεκινούσε στον κινηματογράφο (αργότερα έγινε ντοκυμαντερίστας) και στη Μονρόε (που εκείνη την εποχή ήταν παντρεμένη με τον θεατρικό συγγραφέα Αρθουρ Μίλερ) αναπτύχθηκε ένα περίεργο ειδύλλιο διάρκειας μιας εβδομάδας, το οποίο οφειλόταν περισσότερο σε μια εκτόνωση της σταρ – η απεγνωσμένη προσπάθεια ενός βαθιά μοναχικού ανθρώπου να πνίξει την κατάθλιψή του.

Η ψυχή της Μέριλιν Μονρόε ήταν ο πρωταρχικός στόχος της Μισέλ Γουίλιαμς, αλλά αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πήγε αδιάβαστη στα γυρίσματα του «Επτά μέρες με τη Μέριλιν». Αντιθέτως. Η προσεκτική «ανάγνωση» του ξανθού ειδώλου βρέθηκε στις προτεραιότητες της ηθοποιού και, όπως η ίδια εκμυστηρεύτηκε στον ξένο Τύπο, οι μέθοδοι προσέγγισής της υπήρξαν άκρως σχολαστικές, όπως άλλωστε συμβαίνει σε σοβαρές παραγωγές αυτού του τύπου.

Εχοντας μιλήσει με δεκάδες ηθοποιούς ως σήμερα έχω καταλάβει ότι για κάθε ηθοποιό η ενδυμασία ανήκει στα πιο απαραίτητα εργαλεία για την εμπέδωση ενός ρόλου. Οχι μόνον όταν πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο, αλλά και για πρόσωπο της φαντασίας. Το ίδιο συνέβη και στην περίπτωση της Γουίλιαμς. Μήνες προτού ξεκινήσει η παραγωγή, η ηθοποιός φόρεσε όσα φορέματα της Μονρόε μπόρεσε να βρει, αντέγραψε τον τρόπο με τον οποίο βαφόταν και δοκίμασε δεκάδες περούκες: «Είναι απαραίτητο να νιώθεις ασφαλής μέσα από την εξοικείωση, αλλά είναι σημαντικό να μη φορέσεις μάσκα» είπε, προσθέτοντας ότι «έχει σημασία να δείχνεις πάντα το ποιος είσαι». Πραγματικά, ένα από τα πλεονεκτήματα του «Επτά μέρες με τη Μέριλιν», μιας ταινίας που βλέπεται ευχάριστα χωρίς να αποτελεί κάτι το συνταρακτικό, είναι ότι κανείς δε μοιάζει 100% με τον ήρωα που υποδύεται. Με άλλα λόγια, βλέπεις τη Μισέλ Γουίλιαμς και τον Κένεθ Μπράνα και όχι δύο ηθοποιούς που παλεύουν να μιμηθούν τη Μέριλιν Μονρόε και τον Λόρενς Ολίβιε.

Επειτα από μια τεράστια ηλεκτρονική παραγγελία βιβλίων από το Amazon, η Γουίλιαμς έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα. Τα «μαθήματά» της είχαν αρκετά μεγάλη διάρκεια, επειδή τα ενδιαφέροντα της Γουίλιαμς δεν περιορίστηκαν στο αυτονόητο που ήταν τα βιογραφικά βιβλία του Κλαρκ «My Week with Marilyn» και «The Prince, the Showgirl and Me», στο οποίο στηρίζεται το σενάριο της ταινίας. Η Γουίλιαμς «βούτηξε» επίσης στη «Marilyn», την πασίγνωστη βιογραφία του Νόρμαν Μέιλερ για τη Μονρόε, στο «My Story», την αυτοβιογραφία της Μονρόε, αλλά και στα κείμενα της Ιβ Αρνολντ για τη Μονρόε. Το iPod της ηθοποιού γέμισε με συνεντεύξεις, τραγούδια και ευχαριστήριους λόγους, ενώ ένα από τα πολύτιμα αποκτήματα των ερευνών της (αν και τελικά δεν φαίνεται καθόλου στην ταινία) ήταν το διάρκειας 23 δευτερολέπτων διαφημιστικό που έκανε η Μονρόε για λογαριασμό της Motor Oil. Η Γουίλιαμς είχε ένα δικό της σύστημα. Αφησε τον εαυτό της ελεύθερο να ακούει. Ακουγε προτού πέσει για ύπνο, διάβαζε όταν ξυπνούσε.

«Η Μέριλιν Μονρόε ήταν η εφεύρεση του ίδιου του εαυτού της, μια δική της ηρωίδα που έπαιζε η ίδια» υποστηρίζει η Γουίλιαμς. Ενα παράδειγμα είναι ο ναζιάρικος τρόπος με τον οποίο μιλούσε, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο βάδιζε κουνώντας προκλητικά, αλλά με παιδικότητα, τα οπίσθιά της. «Είχε μελετήσει τα πάντα για το σώμα και τα υπηρετούσε σύμφωνα με τα δικά της μέτρα» σχολιάζει. Από όσα έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα για τη Μονρόε, ξέρουμε ότι ένα από τα βιβλία που είχε ξεκοκαλίσει ήταν το «Thinking Βody» (το σκεπτόμενο σώμα) της Μέιμπελ Τοντ, γραμμένο το 1937. Το βιβλίο, το οποίο διάβασε και η Γουίλιαμς, εξηγεί πώς μπορείς να πετύχεις την τέλεια ευθυγράμμιση και να επιδεικνύεις, εκτός των άλλων, το στήθος σου. «Η Μέριλιν μελετούσε την εικόνα της, έδινε τεράστια σημασία στο πρόσωπό της. Κοιταζόταν στον καθρέφτη και παρατηρούσε τα πάντα. Την ενοχλούσε που η απόσταση ανάμεσα στην άκρη της μύτης της και στο πάνω χείλος της ήταν πολύ μικρή – ή πολύ μεγάλη, δεν θυμάμαι – και βρήκε την ιδανική κλίση του κεφαλιού της που την κολάκευε».

Η πόζα της Μονρόε ήταν η μεγάλη δύναμή της (και ενδεχομένως ο λόγος για τον οποίο δύσκολα τη δέχονταν ως σοβαρή ηθοποιό). Η Γουίλιαμς είπε ότι παρατηρώντας την σε ταινίες έβλεπε διαρκώς πόζες όταν κινούνταν: «Με τα μάτια της καθοδηγεί τον θεατή, του λέει πού να κοιτάξει, ενώ η σβελτάδα με την οποία κινούσε τα χέρια της ήταν σαν πράξη ταχυδακτυλουργού».

Ενα από τα βιβλία που πέρασαν από τα χέρια της Μισέλ Γουίλιαμς είναι και εκείνο που προσφάτως ανέδειξε ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο της θρυλικής ηθοποιού: το λογοτεχνικό. Το 2010, 48 χρόνια μετά τον τραγικό θάνατο του θρυλικού συμβόλου του σεξ, το βιβλίο «Fragments: Poems, Intimate Notes, Letters» (σε ελεύθερη μετάφραση: «Θραύσματα: ποιήματα, προσωπικές σημειώσεις, γράμματα») αποκαλύπτει τους τρόπους με τους οποίους η ηθοποιός μετέφερε τις σκέψεις της στο χαρτί. Η Μονρόε επικαλείται τον σύζυγό της Αρθουρ Μίλερ, αλλά γράφει επίσης για τον Σάμιουελ Μπέκετ και τον Τζέιμς Τζόις. Και αν η σχέση της Μονρόε με τον Τζόις ακούγεται ακραία, αρκεί να θυμίσουμε ότι στα 26 της είχε ήδη ερμηνεύσει τη «Μόλι» του στο θέατρο. Οσο για τον Μπέκετ, η Μονρόε αποδεικνύεται θαυμάστριά του, μετά τη συνάντηση που είχαν στη Νέα Υόρκη όταν ο ιρλανδός συγγραφέας είχε βρεθεί στο Actors Studio, όπου η Μονρόε σπούδασε υποκριτική. Ιδιαίτερη γοητεία στην ηθοποιό άσκησε επίσης ο πατέρας της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης, Γουόλτ Γουίτμαν.

Υστερα από όλη αυτή τη συστηματική και πολύμηνη προετοιμασία, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Μισέλ Γουίλιαμς για τη Μονρόε είναι ότι το μόνο που η τελευταία ήθελε ήταν να την πάρουν στα σοβαρά. «Για να τα καταφέρει όμως», σχολιάζει η Γουίλιαμς, «φυλάκισε τον εαυτό της και κατασκεύασε έναν χαρακτήρα που ήταν αποδεκτός από όλους». Και πραγματικά, χάρη σε αυτόν τον χαρακτήρα, η Μονρόε κέρδισε όλα όσα ήθελε. Την προσοχή, τη φήμη, τα χρήματα, τη λατρεία του κόσμου. Οταν, ωστόσο, κάποια στιγμή σταμάτησε να τα θέλει όλα αυτά, όταν είδε ότι είχε έρθει η ώρα να ξεφύγει, να αναπνεύσει, δεν μπόρεσε να το κάνει.

Για τη Γουίλιαμς η αγάπη που αναζητούσε η Μονρόε ήταν το υποκατάστατο της αγάπης που ουδέποτε γνώρισε ως παιδί: «Ομως τα πλήθη και οι ζητωκραυγές, τα φλερτ και οι σύζυγοι, ήταν τελικά ένα “φτιάξιμο” με ημερομηνία λήξης. Ισως το παιδί που δεν απέκτησε ποτέ να την είχε κάνει πραγματικά ευτυχισμένη. Δεν θα το μάθουμε ποτέ».

Η ταινία «Επτά μέρες με τη Μέριλιν» προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από την Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου.

Media – Φωτογραφίες

Πληροφορίες

Διάρκεια

115 λεπτά

Ημερομηνία

12 Ιουλίου 2018 Ώρα: 21:15

Μέρος

Τζιαρντίνη και Ιφιγένειας, Χαλκίδα, Κινηματογράφος ΡΕΞ

Είσοδος

Ελεύθερη